Π. Χατζημπάρμπας: Ένα θέμα για διερεύνηση 67 ετών

Κατά τον εμφύλιο  και ενώ το Νεοχώρι ήταν αρκετά οχυρωμένο  με πυροβολεία περιμετρικά, τουλάχιστον δύο φορές, ο Δημοκρατικός  Στρατός διέσπασε την άμυνα του χωριού και το κατέλαβε, μέχρι τις πρωινές ώρες. Αφού προμηθεύτηκαν τα απαραίτητα τρόφιμα, έκαψαν την Αστυνομία και μερικά σπίτια, επιλεγμένα, ανατίναξαν τη γέφυρα της Σιδηροδρομικής Γραμμής, αποκόπτοντας τη μόνη συγκοινωνία.

Το 1948, δύο άντρες του Δημοκρατικού Στρατού, κατάφεραν να μπουν απαρατήρητοι, από τις σκοπιές, στο χωριό. Τους λόγους δεν τους μάθαμε ποτέ, αν μπήκαν για  να κατοπτεύσουν τον χώρο ή ακόμα να παραδοθούν. Στον χώρο που βρίσκεται  η στάση των λεωφορείων σήμερα, λίγα μέτρα πιο δυτικά, ο Εθνικός Στρατός είχε κάνει ένα νέο πολυβολείο, που από ό,τι φαίνεται δεν το γνώριζαν οι αντάρτες. Όταν λοιπόν έφτασαν απέναντι με φεγγάρι, σταμάτησαν να ερευνήσουν τον χώρο. Εκείνη τη στιγμή σκοπιά ήταν ο επιστρατευμένος από τα ΤΕΑ και Αριστερών πεποιθήσεων Μακρίδης Δημήτριος. Ο επικεφαλής Ανθυπολοχαγός δίνει εντολή για πυρ και τα δύο παλικάρια του Δημοκρατικού Στρατού πέφτουν νεκρά. Ο πόνος του πολυβολητή Δημήτρη Μακρίδη, κρυφός, ναι μεν αλλά πολύ σκληρός, λύγισε την καρδιά του και σε λίγα χρόνια πέθανε, δεν άντεξε. Το πρωί  σχεδόν όλο το χωριό παρέλασε με την ανάλογη τρομοκρατία που επικρατούσε και μακέλεψε τους νεκρούς. Ο παπάς και με εντολή της Στρατιωτικής ηγεσίας, δεν δέχθηκαν να θαφτούν στα νεκροταφεία, για να μην μαγαρίσουν τον χώρο και τα έθαψαν στην άκρη του οικοπέδου, που αγοράσαμε μετά από δύο χρόνια το 1950 και το οποίο οικόπεδο κατέχουμε μέχρι σήμερα.

Από περιέργεια, με τον μικρότερο αδελφό μου, το 1951, ξεθάψαμε τους νεκρούς. Η θλίψη μας μεγάλη, κλάψαμε για τους δικούς τους που δεν  τους  βρήκαν μέχρι σήμερα. Στην συνέχεια και πάλι τους θάψαμε. Τα ρούχα τους ήταν υφαντά, μάλλινα Εβρίτικα. Είναι σίγουρο ότι ήταν από την περιοχή του Έβρου.

Προσπάθησα πολλές φορές,  μετά την αναγνώριση της ΕΔΑ και αργότερα με το ΚΚΕ, να ψάξουν για τους συγγενείς τους ή τους απογόνους τους, για να πάρουν τα οστά τους, χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι σήμερα, που διατηρώ τον τάφο τους με  μια μαρμάρινη πλάκα στους δύο αγνώστους του Δημοκρατικού Στρατού, από το 1948.

Με τα τεχνολογικά μέσα που έχουμε σήμερα, ας κάνουμε μια προσπάθεια, μήπως βρούμε κάποιον συγγενή  τους επιζών ή απόγονό τους. Έχουμε ηθικό χρέος, τιμώντας τους νεκρούς και από τις δύο πλευρές, ενός άδικου, αδελφοκτόνου πολέμου, που άλλοι μας οδήγησαν και με τεράστια ευθύνη και της ηγεσίας της Αριστεράς.

Παναγιώτης Χατζημπάρμπας