Εγγυάσαι;

eggyhshΕ, ναι, είναι βέβαιο. Ο άνθρωπος φοβάται το άγνωστο. Και βλέπει με καχυποψία το καινούργιο. Προτιμά συνήθως την πεπατημένη, τα γνωστά μονοπάτια, ακόμη και τα κακοτράχαλα καμιά φορά. Είναι στη φύση την ανθρώπινη, πώς να το κάνουμε; Αν συνυπολογίσεις και την, ιστορικών καταβολών, επιφύλαξη με την οποία μερίδα του λαού αντιμετωπίζει ακόμη την Αριστερά, έχεις την απάντηση στο γιατί άργησε τόσο η μεγάλη μεταστροφή. Άργησε κι ας τη βλέπαμε να εξελίσσεται σιγά – σιγά, βήμα – βήμα. Όμως ήρθε. Και είναι θεαματική…

Σ’ αυτά ακριβώς τα στοιχεία, στον φόβο για το άγνωστο και στην καχυποψία για το καινούργιο ποντάρισε ο Αντώνης Σαμαράς. Και εξακολουθεί να ποντάρει. Προσφέροντας ο ίδιος τη «σιγουριά» της πεπατημένης. Ενώ δεν παρέλειψε να υποδαυλίσει -όσο εμμέσως- και τον παραδοσιακό αντικομμουνισμό, με τον οποίο πορεύτηκε (και τον οποίον εμπορεύτηκε) για δεκαετίες η παράταξή του. Μονάχα εκείνες τις αλήστου μνήμης μετεμφυλιακές αφίσες δεν εξέδωσε. Με τους αιμοσταγείς κατσαπλιάδες, τους μητραλίες εαμοβούλγαρους να καίνε εκκλησίες και να κρεμάνε παπάδες. Κάποιοι από τους δικούς του το κάνανε κι αυτό, με τον τρόπο τους.

Τη «σιγουριά» της πεπατημένης προσφέρει λοιπόν ο Σαμαράς. Που ο Θεός να την κάνει σιγουριά δηλαδή, με τα όλο και καινούργια, τα όλο και χειρότερα, τα δυσβάστακτα που ξημερώνουν καθημερινά για τον λαό. Για τον λαό που δεν προλαβαίνει να μετράει κατραπακιές. Μέχρι λιποθυμίας. Οικονομικής και κοινωνικής, και ψυχικής λιποθυμίας. Και με την άκρα απαισιοδοξία, τη μαυρίλα για το αύριο. Την απαισιοδοξία την ήδη πολλαπλώς καταγεγραμμένη – και δημοσκοπικά. Οπότε, για ποια σιγουριά μπορεί να μιλάει ο απερχόμενος πρωθυπουργός; Όσο κι αν επιχειρεί σήμερα να επαναφέρει την ξαναζεσταμένη, τη φαντασιακών διαστάσεων παροχολογία, πασπαλισμένη με ζαχαρόσκονη. Και, επιτέλους, ακόμη κι αν κάποιος αρκείται σ’ αυτού του τύπου την «σιγουριά», δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει ότι πρόκειται για σιγουριά μηδενικών απαιτήσεων, σε μια μηδενικής ποιότητας ζωή. Σε μια ζωή σαν αυτήν που ζήσαμε και που ζούμε χρόνια τώρα. Αν μας αρέσει, εντάξει, με τις υγείες μας…

Βεβαιότητες και ρίσκα

Το ακούς συχνά, όλο και πιο συχνά. Και από καλοπροαίρετους (και στα σοβαρά προβληματιζόμενους) συνομιλητές. Μα είσαι βέβαιος ότι με τον ΣΥΡΙΖΑ θα πορευτούμε στα σίγουρα; Είσαι βέβαιος ότι δεν θα ‘χουμε στραβοπατήματα, προβλήματα, πισωγυρίσματα, κάποιους κινδύνους ίσως; Εγγυάσαι εν τέλει, ότι με τον ΣΥΡΙΖΑ και μ’ αυτά που σχεδιάζει δεν πρόκειται να διακινδυνεύσουμε τίποτα; Ε, λοιπόν, αν με ρωτάτε, προσωπικά δεν είμαι για τίποτα σίγουρος. Προσωπικά δεν εγγυώμαι το παραμικρό. Θα πρέπει να ‘ναι κανείς ανόητος για να προσφέρει έτσι εύκολα εγγυήσεις, σιγουριές και βεβαιότητες. Εκείνο που ξέρω, και για το οποίο είμαι βέβαιος, είναι ότι με την «άλλη πολιτική», αυτήν που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, επενδύεις στην ελπίδα. Και όχι ασφαλώς στην άφρονα ελπίδα. Αλλά σ’ εκείνη που προκύπτει από μια σειρά στέρεων πολιτικών συλλογισμών. Από μια σειρά στέρεων πολιτικών τεκμηρίων. Αυτήν που εκπορεύεται από τους στόχους και τις επιδιώξεις, από τις φιλοδοξίες, από τις «αλήθειες» του προγράμματός του. Σε συνάρτηση με τη γενικότερη ανάλυση των εσωτερικών αλλά και των ευρωπαϊκών δεδομένων. Αλλά και από τη βεβαιότητα ότι ο διαρκώς συμμέτοχος λαός, τα κινήματα των ενεργών πολιτών είναι σε θέση να διεκδικούν, να διορθώνουν, να στηρίζουν, να εγγυώνται. Κι εξάλλου ξέρω, ξέρουμε όλοι, πού οδήγησε η γνωστή πολιτική, αυτή της «πεπατημένης οδού». Ξέρω, ξέρουμε όλοι, βλέπουμε όλοι, ζούμε όλοι την ανθρωπιστική τραγωδία, την κοινωνική εξαθλίωση στην οποία «φέρνει» η πεπατημένη της υποταγής. Και ξέρω επίσης, ξέρουμε όλοι ότι η αναγέννηση πάντα, η κάθαρση πάντα, η ελπίδα πάντα έρχονται μέσα από ρήξεις, ανατροπές και ρίσκα. Ναι, ακριβώς, και από ρίσκα. Χωρίς αυτά, τίποτα δεν αλλάζει ποτέ. Χωρίς αυτά εξασφαλίζεις μονάχα τη «σιγουριά» της δεδομένης πραγματικότητας, της αφόρητα γκρίζας. Χωρίς αυτά δεν έχεις να περιμένεις παρά την «κανονικότητα» της αβάσταχτης μιζέριας.

Δεν ξέρω πόσοι πολίτες – εκλογείς θα αποφασίσουν εντέλει, ή και πόσοι θα διστάσουν την Κυριακή 25 Ιανουαρίου να δουν το καινούργιο, να δοκιμάσουν το -ακόμη- άγνωστο. Όμως τελικά αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα των εκλογών. Ποιος πολίτης θα καταδεχτεί να πάει στην κάλπη συνοδευόμενος από εφιάλτες και φαντάσματα; Ποιος πολίτης θα καταδεχτεί να παραμερίσει την ελπίδα, να παραμερίσει την ίδια τη λογική και να πάει στην κάλπη με μόνο σύντροφο τον φόβο…

Πηγη