ΣΥΡΙΖΑ Μονάχου-Αριστερισμός και δημοκρατία. Η περίπτωση της Λαϊκής Ενότητας

Κωνσταντίνος Τσακαλίδης / SOOC

Η Λαϊκή Ενότητα κατέρρευσε μέσα σε ένα κενό νοήματος. Ο τρόπος που συγκροτήθηκε θα νομιμοποιούνταν μόνον αν έπειθε πως η κυβέρνηση είναι ένοχη «προδοσίας». Όσο δεν πείθει, όμως, ο λόγος της δεν έχει νόημα, και εμφανίζεται η ίδια ως ένοχη προδοσίας. Ότι τα στελέχη της συμμετείχαν σε μια πολιτική και ύστερα αποποιήθηκαν την ευθύνη της έκβασής της εμφανίζεται, τότε, ως αποστασία.

Πριν κοντά έναν αιώνα, ο Λένιν εναντιωνόταν στους επαναστάτες που δεν ανέχονται «κανένα συμβιβασμό»: «Φανταστείτε, λέει, πως το αυτοκίνητό σας το σταμάτησαν οπλισμένοι ληστές. Τους δίνετε τα λεφτά σας. […] Εδώ υπάρχει αναμφισβήτητα συμβιβασμός. […] Είναι όμως δύσκολο να βρει κανείς άνθρωπο που να είναι στα καλά του και να λέει πως ένας παρόμοιος συμβιβασμός είναι “καταρχήν απαράδεκτος”, ή να θεωρεί αυτόν που έκανε έναν τέτοιο συμβιβασμό συνένοχο των ληστών». Ο Λένιν ονομάζει «αριστερισμό» τον τρόπο σκέψης που οδηγεί κάποιους να πιστεύουν πως όταν υποχωρείς σε έναν εκβιασμό, πας με το μέρος των εκβιαστών. Αυτός ο τρόπος σκέψης χαρακτηρίζει, πιστεύω, τη Λαϊκή Ενότητα (ΛΑΕ).

Ο Λένιν θεωρεί ότι στον ίδιο τρόπο σκέψης στηρίζονται όσοι «θέλουν να φτάσουν στο σκοπό τους χωρίς να σταματήσουν σε ενδιάμεσα στάδια». Τον γενικό ορισμό αυτού του τρόπου σκέψης τον εντοπίζει στον Ένγκελς όταν μιλάει για την «παιδική αφέλεια να ανάγεις την ανυπομονησία σου σε θεωρητικό επιχείρημα». Αριστερισμός είναι να επιμένεις στο σκοπό σου χωρίς να λογαριάζεις το συσχετισμό δυνάμεων όπου πρέπει να υλοποιηθούν οι μεσολαβήσεις που οδηγούν στο σκοπό σου.

Οι μπολσεβίκοι, ομολογεί ο Λένιν, ολοένα συμβιβάζονται, τόσο πριν όσο και μετά την Επανάσταση, παρά τις «αριστερές» αντιδράσεις: κατεβαίνουν στις εκλογές το 1908, συνάπτουν ειρήνη το 1918, παρόλο που η εσωτερική αριστερή κριτική θεωρεί επονείδιστο συμβιβασμό την είσοδο στο αστικό κοινοβούλιο και εθνική προδοσία την εκχώρηση εδαφών στη Γερμανία. Υπάρχουν μεν κακοί συμβιβασμοί, «το να αρνιέσαι τους συμβιβασμούς “από άποψη αρχών”», όμως, «αποτελεί παιδαριωδία που είναι δύσκολο να την πάρει κανείς στα σοβαρά».

Συνένοχος των «ληστών» μπορεί να είσαι, αλλά μόνο αν έδωσες τα χρήματά σου «για να πάρεις μέρος στο μοίρασμα της λείας», διευκρινίζει ο Λένιν. Όσοι το κάνουν αυτό είναι προφανώς προδότες, αλλά το να νομίζεις ότι μόλις «επιτραπούν» οι συμβιβασμοί, θα «εξαλειφθεί αμέσως κάθε όριο» μεταξύ προδοσίας και μη είναι «αφέλεια».¹ Ο συμβιβασμός ως υποχώρηση σε εκβιασμό που δεν υποκρύπτει την πρόθεση συμμετοχής στη ληστεία δεν αποτελεί «προδοσία».

Εκβιασμός και προδοσία

Η απερχόμενη κυβέρνηση έκανε ένα συμβιβασμό. Πίστεψε, καλώς ή κακώς, ότι ο «μεχριτελισμός» θα είχε μεγαλύτερο κόστος για μισθωτούς και συνταξιούχους. Και οι ψηφοφόροι φαίνεται ότι της το αναγνώρισαν. Δεν πείσθηκαν ότι ο συμβιβασμός υπήρξε προϊόν «προδοσίας», ήτοι, όπως θα έλεγε ο Λένιν, ότι η κυβέρνηση είχε την πρόθεση «να πάρει μέρος στο μοίρασμα της λείας».

Πότε θα μπορούσαμε όμως να πούμε ότι μια κυβέρνηση που υπέγραψε μια τέτοια συμφωνία προτίθεται «να πάρει μέρος στο μοίρασμα της λείας»; Αν είχαμε λόγους να πιστεύουμε ότι θέλει να βγάλει κέρδη από την πώληση της δημόσιας περιουσίας ή έστω ότι θέλει, ακολουθώντας την πεπατημένη, να ευεργετήσει μέσω αυτής μέλη προνομιούχων ομάδων, όπως εργολάβους, εξασφαλίζοντας έτσι τη στήριξή τους. Αν δεν έχουμε βάσιμους λόγους να υποψιαζόμαστε κάτι τέτοιο, δεν ευσταθεί η χρήση του όρου «προδοσία».

Η ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ θα είχε καταστρέψει την εμπιστοσύνη των Ρώσων στην κυβέρνηση αν είχαν λόγους να πιστεύουν ότι η ίδια ήθελε να επωφεληθεί από την εκχώρηση εδαφών. Η συμφωνία του Ιουλίου θα κατέστρεφε την εμπιστοσύνη μας στην κυβέρνηση αν είχαμε λόγους να πιστεύουμε ότι ήθελε να επωφεληθεί από αυτήν. Αλλιώς όχι. Όσο δεν πιστεύουμε κάτι τέτοιο ίσως προσάψουμε στην κυβέρνηση ότι κάνει καλά τη δουλειά της, δεν θα πούμε όμως, όπως η ΛΑΕ, ότι η κυβέρνηση προσποιείται πως δεν τα καταφέρνει γιατί έτσι εκτελεί μιαν άλλη δουλειά, υποχθόνια, προδοτική.

Για μένα, η ΛΑΕ κατέρρευσε μέσα σε ένα κενό νοήματος. Ο τρόπος που συγκροτήθηκε θα νομιμοποιούνταν μόνον αν έπειθε πως η κυβέρνηση είναι ένοχη προδοσίας. Όσο δεν πείθει, όμως, ο λόγος της δεν έχει νόημα, και εμφανίζεται η ίδια ως ένοχη προδοσίας. Ότι τα στελέχη της συμμετείχαν σε μια πολιτική και ύστερα αποποιήθηκαν την ευθύνη της έκβασης αυτής της πολιτικής εμφανίζεται, τότε, ως αποστασία.

Αποσυνδέοντας την κοινωνική δικαιοσύνη από τη δημοκρατία

Καλό είναι ο όρος «προδοσία» να χρησιμοποιείται με φειδώ, διότι –αν δεχτούμε τη διάκριση που κάνει ο Λένιν– πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε την πρόθεση να ωφεληθεί από την πράξη του, προτού χαρακτηριστεί «προδότης». Η άρνηση κάθε συμβιβασμού γεννά αντίθετα ένα αφήγημα γεμάτο προδοσίες. Παντού βλέπει συνωμοσίες, μάσκες που πέφτουν, πέμπτες φάλαγγες, προβοκάτορες, εχθρούς της σοσιαλιστικής πατρίδας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης, κάποιοι είναι «προδότες αντικειμενικά», δηλαδή ακόμη κι αν δεν είχαν πρόθεση.

Το αν είχε κανείς την πρόθεση να αντλήσει οφέλη από την πράξη του δεν γίνεται αντιληπτό ως αντικειμενικό μέρος της κατάστασης. Γιατί; Διότι για αυτό τον τρόπο σκέψης το πώς οι δρώντες βλέπουν την κατάστασή τους δεν θεωρείται αντικειμενικό συστατικό της ίδιας. Το τι θεωρούν οι πολίτες καλό για τους ίδιους δεν έχει ιδιαίτερη σημασία έναντι του τι είναι καλό για δαύτους. Αυτό αποσυνδέει την κοινωνική δικαιοσύνη από τη δημοκρατία. Πολιτικοί που σκέφτονται με αυτό τον τρόπο πρόθυμα εφαρμόζουν μέτρα που οι ενδιαφερόμενοι δεν θέλουν, αναμένοντας ότι οι τελευταίοι θα δουν εκ των υστέρων πόσο σωστά ήταν. Θεωρούν έτσι θεμιτή μια άρση της δημοκρατίας έως ότου καλοπροαίρετοι ειδήμονες λάβουν τα «σωστά» μέτρα χωρίς τη συναίνεσή μας.

Αυτό συνέβη στην περίπτωση της ΛΑΕ με την ευρωζώνη. Κατά τη ΛΑΕ, η κυβέρνηση έπρεπε να μην είχε συμβιβαστεί, άρα να είχε επιβάλει την έξοδο από το ευρώ, κι ας μην την ήθελαν οι πολίτες, ακολουθώντας τη γνώμη ειδικών που έκριναν ότι θα είναι ευεργετική για αυτούς. Κι επειδή δεν έπραξε έτσι, δηλαδή δεν παρέκαμψε τη μη συγκατάθεση σε ένα τόσο σημαντικό μέτρο, η ΛΑΕ την κατηγορεί –πράγμα αναμενόμενο– για προδοσία.

Η εξουσία ως παιδαγωγός. Αριστερισμός και σταλινισμός

Αυτός ο τρόπος σκέψης προϋποθέτει μια παιδαγωγική έννοια εξουσίας, η οποία, όπως παρατηρεί ο Μαρξ ήδη το 1845, εγκυμονεί κινδύνους. Η «θεωρία» ότι θα αλλάξουμε τους ανθρώπους αν «αλλάξουμε τις συνθήκες και τους εκπαιδεύσουμε» ξεχνά, λέει, ότι «τις συνθήκες, τις αλλάζουν οι άνθρωποι, κι ότι οι εκπαιδευτές πρέπει κι αυτοί να εκπαιδευτούν». Έτσι αυτός ο τρόπος σκέψης «κόβει την κοινωνία σε δύο μέρη», άρχοντες και υποτακτικούς.² Ο Μαρξ είχε, όπως φαίνεται, την άποψη, ότι η κοινωνική δικαιοσύνη δεν επιτυγχάνεται χωρίς δημοκρατία.

Πώς θα χαρακτηρίσουμε όμως την εφαρμογή μιας τέτοιας «παιδαγωγικής» έννοιας εξουσίας από τους διαδόχους του Λένιν; Ο Λένιν ήθελε την κοινοκτημοσύνη της γης. Θεώρησε, όμως, ότι οι Ρώσοι αγρότες θέλουν μοίρασμα της γης και συμβιβάστηκε με την πραγματικότητα στην οποία περιελάμβανε ακριβώς το πώς οι αγρότες έβλεπαν το συμφέρον τους. Ο Στάλιν, αδιαφορώντας για το πώς οι αγρότες έβλεπαν το συμφέρον τους, εφάρμοσε την κοινοκτημοσύνη διά της βίας, με αποτέλεσμα η αγροτική οικονομία της χώρας να καταστραφεί.

Ο τρόπος εφαρμογής αρχών που μένει ανένδοτος μπροστά στις απαιτήσεις της πραγματικότητας είναι όμως αριστερισμός βάσει του ορισμού του Λένιν. Πράγματι, μπορούμε να πούμε ότι ο Στάλιν, «ανάγοντας την ανυπομονησία του σε θεωρητικό επιχείρημα», θέλησε να «εκπαιδεύσει» τους αγρότες επιβάλλοντάς τους την κοινοκτημοσύνη με το ζόρι. Η σταλινική κατάργηση κάθε δημοκρατίας, το κυνήγι των προδοτών, η αιματηρή κολχοζοποίηση φαίνεται να είναι όψεις ενός τρόπου σκέψης που ο Λένιν καταγγέλλει ως «αριστερισμό».

Ίσως αντιτείνει κανείς ότι ο αριστερισμός του ’60 εμφανίστηκε ως αντίδραση στην αποτυχία της ΕΣΣΔ να οικοδομήσει μια κοινωνικά δίκαιη δημοκρατία. Έτσι ο αριστερισμός, από παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, όπως ήταν για τον Λένιν το 1920, φαντάζει το 1968 ως «φάρμακο στη γεροντική αρρώστια του κομμουνισμού».³

Ο  μαοϊσμός, κυρίαρχη μορφή αριστερισμού την εποχή εκείνη, δύσκολα θα θεράπευε όμως τον υπαρκτό σοσιαλισμό από την αδικία του. Πράγματι, ο ίδιος οριζόταν ως θεματοφύλακας του σταλινισμού ενάντια στη σοβιετική «αποσταλινοποίηση». Τότε θα έλεγα ότι φάνηκε πως ο σταλινισμός είναι ένα είδος αριστερισμού.

Ο Λούκατς όρισε τον σταλινικό τρόπο σκέψης ως «κατάργηση όλων των διαμεσολαβήσεων».4 Ο ίδιος τον ονομάζει βέβαια «σεχταρισμό», όχι «αριστερισμό», αλλά η περιγραφή του περιέχει ένα ή ίσως το βασικό χαρακτηριστικό του κατά Λένιν αριστερισμού: την απόρριψη «κάθε ενδιάμεσου σταδίου».

Στον αστερισμό της ελληνικής αριστεράς, η ΛΑΕ κατέλαβε αυτή τη θέση, τη θέση του αυστηρού δασκάλου που ξέρει τι είναι καλό για μας, ενώ εμείς το αγνοούμε.

Η  κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη των ενδιαφερομένων, γιατί αλλιώς αυτό που επιτυγχάνεται είναι μόνο ο χωρισμός της κοινωνίας σε δύο μέρη, σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, και μια τέτοια αντιδημοκρατική συνθήκη είναι κατ’ ουσίαν αντίθετη με την κοινωνική δικαιοσύνη.

Η  άρνηση κάθε συμβιβασμού, το να θεωρούμε αυτόν που υποκύπτει σε εκβιασμό συνένοχο των εκβιαστών του, αυτά είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κατά Λένιν αριστερίστικου τρόπου σκέψης, που αρνείται να δεχθεί την πραγματικότητα, και ο οποίος εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για την κοινωνική δικαιοσύνη, όπως διείδε ο Μαρξ και, όπως φάνηκε, όταν τον υιοθέτησαν οι διάδοχοι του Λένιν.

Η διάσπαση τού ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι ένα αριστερό κόμμα δεν μπορεί να υπερβεί αυτό τον τρόπο σκέψης χωρίς να υποστεί απώλειες. Οι εκλογές έδειξαν όμως ότι δεν είναι λίγοι οι πολίτες που είναι έτοιμοι να κάνουν αυτό το βήμα, μια και οι απώλειες υπήρξαν μικρές.

________

¹ Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστια τού κομμουνισμού (1920), Θεμέλιο, Αθήνα 1976, σ. 87, 49, 88, 96, 92, 46-47, 49-50, 91.
² Marx Engels Werke, Thesen über Feuerbach, τ. 3, Dietz, Βερολίνο 1969, σ. 5.
³ D. Cohn-Bendit, Le gauchisme. Remède à la maladie sénile du communisme, Seuil, Παρίσι 1968· Αριστερισμός. Φάρμακο στην γεροντική αρρώστια του κομμουνισμού, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1973.
4 G. Lukcs, Marxismus und Stalinismus, Luchterhand, Νeuwied 1967· Μαρξισμός και σταλινισμός, Γράμματα, Αθήνα 1978, σ. 170

Πηγή: Γιώργος Φαράκλας, Unfollow 46