Για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί και την αύξηση της τουρκικής προκλητικότητας

Δελτίο τύπου

H απόφαση του Προέδρου της Τουρκίας για μετατροπή σε τζαμί, της Αγίας Σοφίας- ενός μοναδικού μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς με μεγάλη ιστορική και πνευματική σημασία για τον Χριστιανισμό- αποτελεί σοβαρή πρόκληση. Η Αγία Σοφία αποτελεί πηγή ποικίλων εννοιών και αξιών που αφορούν τον άνθρωπο, την ιστορία, τον πολιτισμό και τη θρησκεία. Έννοιες και αξίες που «απλώνονται» πέρα από τα στενά όρια μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής, θρησκευτικής και ιστορικής περιόδου. Αποτελεί ζωντανό παράδειγμα του διαθρησκευτικού διάλογου και η μετατροπή της σε τζαμί παραβιάζει κατάφωρα τις οικουμενικές αξίες, οι οποίες είναι σήμερα απαραίτητες όσο ποτέ.

Η σταδιακή μετακίνηση του προέδρου της τουρκικής κυβέρνησης  Ερντογάν από το στρατόπεδο των δημοκρατικών δυνάμεων σε αυτό του αυταρχισμού, της σύγκρουσης ταυτοτήτων και πολιτισμών, αποτυπώνει την ιδεολογική του μετατόπιση σε έναν ανεξέλεγκτο νεοφιλελευθερισμό με ακραίο συντηρητισμό. Πρόκειται για πρωτοφανή ενέργεια που συμβάλλει περαιτέρω στην εθνικιστική δημαγωγία, τη μισαλλοδοξία και το θρησκευτικό μίσος.

Η χώρα μας πρέπει να παρέμβει άμεσα και ουσιαστικά σε διεθνές επίπεδο, καθώς η Αγία Σοφία από το 1934 λειτουργεί ως Μουσείο και από το 1985 έχει ενταχθεί στον Κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση από τη μια, επί 8 μήνες απέφυγε να διεκδικήσει την επέκταση των ευρωπαϊκών κυρώσεων, που εξασφάλισε από την ΕΕ η Ελλάδα με την Κυπριακή Δημοκρατία, τον Ιούνιο του 2019, ενώ από την άλλη, δεν πρωτοστάτησε στον ευρωτουρκικό διάλογο υιοθετώντας τη στάση της αδράνειας, δημιουργεί επιπρόσθετες δυσκολίες  στο να υπάρξει εποικοδομητικός διάλογος για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, με σεβασμό του διεθνούς δικαίου και της νομιμότητας.

Η διεθνής κοινότητα οφείλει να αντιμετωπίσει τις ενέργειες αυτές αποφασιστικά και η Κυβέρνηση έχει καθήκον να αναδείξει το θέμα σε διεθνές επίπεδο.

Όλα αυτά μέσα σε μια περίεργη σιωπή και με τα χείλη των πολιτικών  καιροσκόπων, που στην Συμφωνία των Πρεσπών κατέρριψαν κάθε ρεκόρ  πολιτικού αμοραλισμού με το ιστορικό «πουλήσατε τη Μακεδονία για τις συντάξεις», να παραμένουν άλαλα.

Η απόφαση αυτή, όμως, δεν είναι η μοναδική καθώς εντάσσεται στην αυξανόμενη κλιμάκωση των προκλήσεων από τουρκικής πλευράς με πρόσφατο συμβάν την προαναγγελθείσα παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, δηλαδή τις σεισμικές έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας του Oruc Reis.

Όπως δήλωσε ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, «η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να το αποτρέψει, σε περίπτωση που επιχειρηθεί από τουρκικής πλευράς, όπως άλλωστε έπραξε με επιτυχία η χώρα και οι ένοπλες δυνάμεις της τον Οκτώβριο του 2018».

Αυτά συμβαίνουν ενώ, ο Πρωθυπουργός αρνείται επί μήνες τη χάραξη εθνικής στρατηγικής με τη σύγκληση Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών, απαξιώνει την Εθνική Αντιπροσωπεία αρνούμενος να την ενημερώσει, απαξιώνει ακόμη και τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα, καθώς δεν συνεδριάζει το ΚΥΣΕΑ. Ο κ. Μητσοτάκης αναγκάστηκε, υπό τη πίεση της παρέμβασης του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία στη Βουλή, να ενημερώσει τους πολιτικούς αρχηγούς για τις εξελίξεις σχετικά με την τουρκική προκλητικότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρίθηκε  στην πρόσκληση, παρά το νοσηρό και διχαστικό πολιτικό κλίμα που ο κ. Μητσοτάκης συνειδητά, με σχέδιο και με τη βοήθεια παρακρατικών μηχανισμών, ενορχηστρώνει, προκειμένου να σπιλώσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Και αυτό γιατί ο  ΣΥΡΙΖΑ δεν παίζει πολιτικά παιχνίδια με αυτά τα θέματα.  Ούτε φυσικά θα ακολουθήσει το νοσηρό και επικίνδυνο παράδειγμα ‘αυτών’ που επί διακυβέρνησής του πανηγύριζαν με κάθε τουρκική πρόκληση φωνάζοντας για ξέφραγα αμπέλια. ‘Αυτών’ που έλεγαν «πιστεύουμε τον Ερντογάν και όχι τον Τσίπρα».

Αυτοί που υποβαθμίζουν ακόμα και τώρα την πολιτική αντιπαράθεση στο πιο χυδαίο και κατάπτυστο επίπεδο, για να κρατήσουν την ατζέντα μακριά από την πολιτική τους: τη λεηλασία του κράτους, τη διάβρωση των θεσμών και την καταστροφή της οικονομίας.

Από το Γραφείο Τύπου