Το νεοφιλελεύθερο κλαμπ των ηλιθίων

Όταν η Μάργκαρετ Θάτσερ αναλάμβανε τα ηνία του Συντηρητικού Κόμματος στη Βρετανία το 1975, λίγοι θα μπορούσαν να διανοηθούν τη μετεξέλιξη του ίδιου του κόμματος των Τόρις αλλά και του παγκόσμιου καπιταλισμού συνολικά.

Η διάσημη ρήση της το 1987 πως «δεν υπάρχουν κοινωνίες, μόνο άτομα και οικογένειες» αποτέλεσε πυλώνα της νεοφιλελεύθερης σκέψης. Τα σαράντα χρόνια του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού που ακολούθησαν δεν ρύθμισαν απλά και μόνο την παραγωγική βάση στην οποία στηρίχθηκε το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Άφησαν σταδιακά και αυξανόμενα το στίγμα τους στις καταναλωτικές συνήθειες, στην αισθητική μας, στις συμπεριφορές μας. Υπαγόρευσαν για χρόνια το πρότυπο της «επιτυχίας» και περιέγραψαν φαντασιακά την ίδια την «ευτυχία». Με άλλα λόγια, σμίλεψαν τον Δυτικό άνθρωπο του τρέχοντος αιώνα.

Με άλλα λόγια, οι διαδικασίες στο εποικοδόμημα, για να το δούμε από μαρξιστική σκοπιά, μόνο αδιάφορους δεν θα έπρεπε να μας αφήνουν. Αντίστοιχα, οι διεργασίες στα συντηρητικά κόμματα δεν αφορούν μόνο τους ψηφοφόρους και υποστηρικτές τους. Ο Μπόρις Τζόνσον, ο «Bojo» των Βρετανών, έχει περιγραφεί ως ένας «Τραμπ με καλύτερο λεξιλόγιο» (like Donald Trump with a thesaurus) [1]. Πρόκειται για την τελευταία εμφάνιση μιας μάλλον φαιδρής προσωπικότητας στην ηγεσία ενός μεγάλου συντηρητικού κόμματος και ταυτόχρονα μια ακόμη εκδήλωση ενός παγκόσμιου πλέον μοτίβου: Ένας πλούσιος, Δυτικός λευκός άνδρας, με έντονα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά και αντισυστημικό προφίλ χρησιμοποιεί συστηματικά τα φέικ νιουζ και τον αναδυόμενο εθνικισμό για να καταλάβει την εξουσία. Στην περίπτωση του Ντ. Τραμπ χωρίς την ψήφο των περισσότερων Αμερικανών και στην περίπτωση του Τζόνσον χωρίς καν γενικές εκλογές.

Μια προφανής εξήγηση μπροστά στο επαναλαμβανόμενο φαινόμενο της ανάδυσης αμφιλεγόμενων φυσιογνωμιών στις οποίες εναποτίθεται η ισχύς ολόκληρων εθνών είναι πως αυτοί εξυπηρετούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Ωστόσο, παραμένουν εύλογα ερωτήματα:  Πρώτον, «δεν διαθέτει η άρχουσα τάξη ικανότερους εκπροσώπους;». Δεύτερον, «πώς οι πολίτες ανέχονται ή και στηρίζουν ηγέτες τέτοιας κοπής;».

Η άρχουσα τάξη φυσικά και διαθέτει ικανούς εκπροσώπους: μορφωμένους τεχνοκράτες, στελέχη πολυεθνικών επιχειρήσεων ή οργανισμών, νεοφιλελεύθερους τραπεζίτες ή ζάμπλουτους επιχειρηματίες, έμπειρους πολιτικούς, προσωπικότητες που εν γένει δεν θα είχαν καμία τύχη στη διεκδίκηση της ψήφου των σύγχρονων κοινωνιών. Το πιθανότερο είναι πως οι ικανότεροι εκ των ελίτ θα φάνταζαν αποκρουστικοί στις μάζες στις οποίες θα απευθύνονταν, στις ίδιες μάζες που, παραμορφωμένες από τα χρόνια νεοφιλελεύθερων πολιτικών, πασχίζουν να βρουν πολιτική ταυτότητα και να εκφραστούν όχι πια συλλογικά αλλά καθαρά προσωπικά. Όχι με κάποιο ιδεολογικό ή ταξικό πρόσημο, αλλά με βάση το σταρ σίστεμ, την αναγνωρισιμότητα.

Μία μείξη εθνικισμού και συνωμοσιολογίας κάνει ξανά την εμφάνισή της σε ευρύτατες κοινωνικές ομάδες που «εκπαιδεύτηκαν» να τους φταίει «το σύστημα» γενικά και αόριστα, συχνά δε οι Εβραίοι, οι ομοφυλόφιλοι και εσχάτως οι μετανάστες. Κοινωνικά στρώματα, θύματα τα ίδια των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, τα οποία αντιλαμβάνονται ως εχθρό τους φτωχούς και όχι τη φτώχεια, ενώ θαυμάζουν και ζηλεύουν τον ατομικό πλουτισμό.

Εδώ υπάρχει μία αντίφαση: Ενώ ο νεοφιλελευθερισμός, φαινομενικά διεθνικός, δεν «βλέπει» σύνορα και έθνη, παρά μόνο υποτελείς ή άρχοντες, άριστους ή άχρηστους, στηρίζεται έντονα στον εθνικισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ανθρωπότυπος του αντικομφορμιστή «αυτοδημιούργητου» ανδρός, χωρίς ιδιαίτερη παιδεία ή φυσική ευφυία, χωρίς το μειονέκτημα «ψευτοπροοδευτικών ευαισθησιών» και με επιδείξεις κραυγαλέας αγάπης για την πατρίδα και μίσους για τις πατρίδες των άλλων, είναι ένα πρότυπο που κερδίζει έδαφος σταθερά, όχι απλώς τα τελευταία πέντε χρόνια: «Ο κόσμος μάλλον φοβάται ότι αυτή η χώρα θα κατακλυστεί από ανθρώπους με διαφορετικό πολιτισμό […] Έτσι, αν θέλουμε καλές φυλετικές σχέσεις, θα πρέπει να μετριάσουμε τους φόβους των ανθρώπων σχετικά με τους αριθμούς [μεταναστών]. Τώρα, το κλειδί για αυτό είναι […] να διατηρήσουμε τη σαφή προοπτική ενός τερματισμού της μετανάστευσης». Τα παραπάνω δεν είναι λόγια του Τραμπ, του Τζόνσον, της Λεπέν, του Όρμπαν ή του Μπολοσονάρου και δεν ειπώθηκαν κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης του 21ου αιώνα. Τα είπε και πάλι η Μ. Θάτσερ το 1978 [2].

Τούτων δοθέντων, οι βαθιές ρίζες που έχουν αποκτήσει η νεοφιλελεύθερη πολιτική, η ξενοφοβία και ο ατομικισμός βρίσκονται στο παρελθόν. Το μέλλον μας, ωστόσο, διαμορφώνεται σήμερα. Τόσο ο πλανητάρχης Τραμπ όσο και ο Bojo αποτελούν σημάδια κόπωσης της νεοφιλελεύθερης πολιτικής όπως τη γνωρίσαμε. Οι εμπορικοί πόλεμοι των ΗΠΑ, ο νέος «απομονωτισμός» τους και η αργή απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, το Brexit και η ανάδυση των ευρωπαϊκών εθνικισμών μοιάζουν να κλείνουν έναν κύκλο καπιταλιστικής εξωστρέφειας. Το τι θα ακολουθήσει ως μοντέλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης παραμένει άδηλο και ταυτόχρονα πεδίο πολιτικών πρωτοβουλιών.

Αν κάτι μπορούμε να διδαχτούμε από τον ακραίο ατομικισμό που έχει διαποτίσει την πολιτική και την κοινωνία μας είναι ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική ιδέα για το πώς να αντιδράσουμε σε όλα αυτά. Πολύ περισσότερο, δεν υπάρχει κάποιος ηγέτης ή μία προσωπικότητα με τη συνταγή της επιτυχίας. Όσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε τη «δημοκρατία» ως μέγεθος αποκλειστικά ηθικό τόσο παραγνωρίζουμε την τεράστια πρακτική της σημασία: οι συλλογικές διεργασίες παράγουν τις καλύτερες ιδέες. Ιδέες ικανές να εκφράσουν περισσότερους, ιδέες δοκιμασμένες ή καινοτόμες. Ιδέες που εμπνέονται από το παρελθόν, προϊόντα της εποχής τους, με το βλέμμα στο μέλλον.

Στο παρελθόν, ο πολιτισμός, η έμφυτη ανάγκη των ανθρώπων για κοινότητα, για αλληλεγγύη και ανθρωπιά, οι αγώνες για τα δικαιώματα, υπήρξαν εργαλεία στα χέρια των αδυνάτων. Το παρόν μας συνεχίζει να τοποθετεί την οικονομία στο επίκεντρο της διεκδίκησης και από το μέλλον μας προβάλλει ως μείζον ζήτημα η κλιματική αλλαγή. Απέναντι στις απίθανες περσόνες του νεοφιλελεύθερου κλαμπ, αυτά είναι τα πιθανά οχήματα που μπορούν να μας μεταφέρουν συλλογικά σε ένα μέλλον που μας ταιριάζει περισσότερο.

* Ο Γιώργος Τσιρίδης είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης