Καταρρέει η κινδυνολογία της Ν.Δ. για την πορεία της οικονομίας

Καταρρέουν το αφήγημα και η κινδυνολογία της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την πορεία της οικονομίας. Τα σενάρια καταστροφής που εξυφαίνουν για να στηρίξουν την πολιτική ή θεσμική τους ύπαρξη δεν βγαίνουν. Τώρα που τους στερεύουν και τα κροκοδείλια δάκρυα για τις συντάξεις, έστρεψαν την κριτική τους στον χρηματιστηριακό δείκτη και τις τραπεζικές μετοχές.

Η καταστροφολογία το τελευταίο καταφύγιο του Κυρ. Μητσοτάκη

Ο Κυρ. Μητσοτάκης χτες από την Πρέβεζα δήλωσε: «Οι τράπεζες κλυδωνίζονται ξανά μετά την λαίλαπα του 2015, ύστερα από τρία χρόνια με capital controls και μία ακόμα αποτυχημένη ανακεφαλαιοποίηση. Η αξία τους σε σχέση με το 2014 μειώθηκε κατά 96%, αν είχατε 100 ευρώ αξία μετοχών το 2014, τραπεζικό μετοχών, σήμερα θα άξιζαν 4 ευρώ. Εξαϋλώθηκαν οι συμμετοχές του Δημοσίου στις τράπεζες και οι καταθέσεις έφυγαν. Όλα αυτά μας στοίχισαν παραπάνω από 100 δις ευρώ με τις υπογραφές Τσίπρα, Βαρουφάκη, Δραγασάκη, Τσακαλώτου. Τώρα, νομίζω ότι μπορούμε όλοι να αισθανόμαστε πάρα πολύ καλά γιατί την εποπτεία των τραπεζών την ανέλαβε ο κ. Φλαμπουράρης και είμαστε σε καλά χέρια, να κοιμόμαστε ήσυχοι. Αναρωτιέμαι για να κάνει, τι, άραγε;»

Άμεση ήταν η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ στην καταστροφολογία Μητσοτάκη. Η ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του κυβερνώντος κόμματος αναφέρει: 

«Οι σημερινές δηλώσεις του Κυρ. Μητσοτάκη, από την Πρέβεζα, σχετικά με το τραπεζικό σύστημα της χώρας αναδεικνύουν πως η καταστροφολογία αποτελεί το τελευταίο του καταφύγιο.

Η απελπισία του αρχηγού της ΝΔ είναι πλέον τόσο έκδηλη που φτάνει στο σημείο να τζογάρει ακόμα και με τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Έναν τομέα που έχει πληγεί από αεριτζήδες και μπαταχτσήδες όπως ο ίδιος και το κόμμα του. Έναν τομέα που υπονομεύτηκε από την πρακτική των θαλασσοδανείων.

Για κακή του τύχη, το τραπεζικό σύστημα της χώρας είναι πλήρως θωρακισμένο, ασφαλές και σταθερό.

Συστήνουμε στον κ. Μητσοτάκη να δείξει έμπρακτα το ενδιαφέρον του για τις τράπεζες αποπληρώνοντας τα δάνεια του κόμματός του.»

Ακόμα και το ΔΝΤ

Αναθεωρεί προς τα πάνω την εκτίμησή του για την ανάπτυξη της οικονομίας της Ελλάδας το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο προβλέπει πλέον ανάπτυξη 2,4% για το 2019. Η πρόβλεψη αυτή είναι αναθεωρημένη επί τα βελτίω κατά +0,6%, καθώς τον Απρίλιο του 2018 το Ταμείο εκτιμούσε ότι η ανάπτυξη φέτος θα ανερχόταν στο 1,8%.

Η πρόβλεψη περιλαμβάνεται στην έκθεσή του ΔΝΤ για την Παγκόσμια Οικονομική Προοπτική (World Economic Outlook) που παρουσίασε σήμερα ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου Μορίς Όμπστφελντ στο πλαίσιο της Ετήσιας Συνόδου του οργανισμού στο Μπαλί της Ινδονησίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 2% το τρέχον έτος και κατά 2,4% για το 2019. Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, το Ταμείο εκτιμά ότι η άνοδος του ΑΕΠ θα κινηθεί στο 1,2% έναντι του 1,9% που είχε υπολογίσει στις εαρινές του προβλέψεις.

Ωστόσο το Ταμείο αναθεωρεί επί τα χείρω την πρόβλεψή του για την παγκόσμια ανάπτυξη, την οποία πλέον υποβιβάζει από το 3,9% στο 3,7% για την περίοδο 2018-2019.

Για το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, το ΔΝΤ προβλέπει πως θα διαμορφωθεί στο 0,8% του ΑΕΠ το τρέχον έτος, ενώ για το 2019 διαβλέπει αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, εκτιμώντας ότι θα κυμανθεί στο 0,4% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, η έκθεση του Ταμείου προβλέπει συνεχιζόμενη, σταδιακή μείωση της ανεργίας, Ειδικότερα, το ΔΝΤ υπολογίζει ότι το τρέχον έτος το ποσοστό της ανεργίας θα μειωθεί κατά 1,6% από το 2017 (21,5%) και θα κυμανθεί στο 19,9%, ενώ το 2019 εκτιμά ότι το ποσοστό θα μειωθεί περισσότερο στο 18,1%.

Για τον πληθωρισμό, το ΔΝΤ υπολογίζει ότι θα κυμανθεί στο 0,7% για το 2018, ενώ για το 2019 προβλέπει αύξηση στο 1,2%.

Δυο ενδιαφέροντα σημεία της έκθεσης, στα οποία γίνεται αναφορά και στην Ελλάδα, είναι οι ενότητες που εξετάζουν την πτώση του ΑΕΠ σε περιόδους οικονομικής κρίσης αλλά και οι δημογραφικές πιέσεις στην οικονομία από τις επιπτώσεις της υπογεννητικότητας.

Όπως σημειώνει η έκθεση, η πρόσφατη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση προκάλεσε μεγάλες μειώσεις στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ ορισμένων χώρων. Η ανάκαμψη, ωστόσο, που ακολούθησε στάθηκε σε πολλές περιπτώσεις ανεπαρκής για την αποκατάσταση του συγκεκριμένου δείκτη. Επισημαίνεται χαρακτηριστικά ότι η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ των Ελλήνων τα χρόνια της κρίσης ανήλθε συνολικά στο 26%.

Για το θέμα της υπογεννητικότητας, οι συντάκτες της έκθεσης υπογραμμίζουν ότι σε κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπέστησαν διπλή ύφεση, όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, ο δείκτης γεννητικότητας μειώθηκε από το 1,5% το 2008 στο 1,3% το 2016. Ο συγκεκριμένος δείκτης θεωρείται σημαντικός επειδή το ΔΝΤ εκτιμά ότι τα συνεχιζόμενα χαμηλά ποσοστά γεννητικότητας θα επηρεάσουν μελλοντικά την εισροή εργατικού δυναμικού και έτσι να εξασθενήσουν την αναπτυξιακή πορεία μιας οικονομίας σε μακροπρόθεσμο επίπεδο.

Οι τράπεζες καταρρέουν, λέει η Ν.Δ., αλλά τις αναβάθμισε η Fitch…

Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch αναβάθμισε σε ‘CCC+’ από ‘RD’ το μακροπρόθεσμο αξιόχρεο (Issuer Default Rating, IDR) της Alpha Bank και της Εθνικής Τράπεζας και σε ‘CCC’ από ‘RD’ το μακροπρόθεσμο αξιόχρεο της Eurobank και της Τράπεζας Πειραιώς.

Ταυτόχρονα, ο Fitch αναβάθμισε το βραχυπρόθεσμο αξιόχρεο και των τεσσάρων τραπεζών σε ‘CCC’ από ‘RD’.

Όλες οι άλλες αξιολογήσεις των τραπεζών και των εκδόσεων τους παραμένουν αμετάβλητες, ανέφερε ο Fitch σε ανακοίνωσή του.

«Οι αναβαθμίσεις των μακροπρόθεσμων IDRs στο επίπεδο των αξιολογήσεων βιωσιμότητας (VRs) ακολουθούν την άρση των περιορισμών στις αναλήψεις καταθέσεων και των νομοθετικών περιορισμών στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων εντός της χώρας από την 1η Οκτωβρίου 2018», σημειώνει ο οίκος, προσθέτοντας:

«Κατά την άποψη του Fitch, αν και ορισμένοι περιορισμοί παραμένουν στις διασυνοριακές κινήσεις κεφαλαίων προς το εξωτερικό, οι ελληνικές τράπεζες είναι τώρα ουσιαστικά σε θέση να εξυπηρετούν όλες τις υποχρεώσεις τους».

Ο οίκος σημειώνει ακόμη ότι κατά την άποψή του η άρση των capital controls που παραμένουν όσον αφορά τις εκροές κεφαλαίων στο εξωτερικό, «είναι πιθανό να υλοποιηθεί βραχυπρόθεσμα».

Οι αξιολογήσεις VRs των ελληνικών τραπεζών δεν επηρεάσθηκαν από τις αναβαθμίσεις των IDRs και συνεχίζουν να περιορίζονται από την πολύ χαμηλή ποιότητα του ενεργητικού και τo υψηλό κεφαλαιακό βάρος των προβληματικών δανείων, για τα οποία δεν έχουν σχηματισθεί προβλέψεις, σημειώνει ο οίκος.

Τα VRs των τραπεζών αντανακλούν, επίσης, τη βελτιούμενη αλλά περιορισμένη ακόμη ρευστότητα. «Τα πιστωτικά προφίλ των ελληνικών τραπεζών παραμένουν πολύ ευαίσθητα σε μία επιδείνωση του οικονομικού περιβάλλοντος ή εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, αν και οι κίνδυνοι και για τα δύο έχουν μειωθεί τους τελευταίους 15 μήνες», σημειώνει ο οίκος.

Μία αναβάθμιση των αξιολογήσεων IDRs και VRs θα απαιτούσε σημαντικές μειώσεις των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών και του κεφαλαιακού βάρους τους από τα προβληματικά δάνεια χωρίς προβλέψεις, και συνεχιζόμενες βελτιώσεις στα προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας των τραπεζών, περιλαμβανομένων της αύξησης των καταθέσεων και της αποκατάστασης της πρόσβασης στην αγορά. Αντίθετα, οι αξιολογήσεις θα μπορούσαν να υποβαθμισθούν, εάν η εμπιστοσύνη των καταθετών και επενδυτών εξασθενήσει, επιδεινώνοντας τα ήδη αδύναμα προφίλ ρευστότητας των τραπεζών ή επιδεινωθεί σημαντικά η κεφαλαιοποίηση, αναφέρει ο οίκος.